οινοπνευματοποιία

Η βιομηχανία της παραγωγής οινοπνεύματος και οινοπνευματωδών ποτών. Βασικά, ο όρος σημαίνει την παραγωγή οινοπνεύματος με απόσταξη αλλά ο ίδιος όρος αναφέρεται και στα εργοστάσια παρασκευής ποτών που προέρχονται από ζύμωση, όπως τα κρασιά. Τα σπουδαιότερα οινοπνευματοποιεία βρίσκονται στη Γαλλία, όπου η παραγωγή κρασιών διαφόρων τύπων, από τη σαμπάνια και τα άλλα αφρώδη κρασιά, ως τα μη αφρώδη κρασιά πολλών ποικιλιών, είναι αντικείμενα ιδιαίτερης προσοχής, για την εξασφάλιση της απόλυτης γευστικότητάς τους. Σε αυτό συντελεί άλλωστε και η εκλεκτή ποιότητα των σταφυλιών που χρησιμοποιούνται. Τα σταφύλια αυτά προέρχονται κυρίως από αμπελώνες της νότιας Γαλλίας. Οινοπνευματοποιική παραγωγή στη νότια Ρωσία (φωτ. ΑΠΕ).
* * *
η
1. βιομηχανία παραγωγής οινοπνεύματος και οινοπνευματωδών ποτών, αλλ. αλκοολοποιία
2. η τέχνη ή το επάγγελμα τού οινοπνευματοποιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οἰνοπνευματοποιός. Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Παλιγγενεσία].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • οινοπνευματοποιία — η βιομηχανία παραγωγής οινοπνεύματος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλκοολοποιία — η παραγωγή αλκοόλ, οινοπνευματοποιία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλκοόλη + ποιία (< ποιός < ποιώ)] …   Dictionary of Greek

  • εσπεριδοειδή — Είδη και ποικιλίες καρποφόρων δέντρων της φυλής των κιτρίων και κυρίως του γένους κίτρο, οι καρποί των οποίων εκτιμώνται ιδιαίτερα για την εύχυμη γλυκόξινη ή ξινή σάρκα τους. Τα ε. καλλιεργούνται στις θερμές, εύκρατες, υποτροπικές και τροπικές… …   Dictionary of Greek

  • πλάτανος — Γένος φυτών της οικογένειας των Πλατανιδών, της τάξης των ροδωδών (δικοτυλήδονα). Τα πιο αξιόλογα καλλιεργούμενα είδη είναι ηπ. η ανατολική καιπ. η δυτική. Το πρώτο είναι το γνωστό πλατάνι, που φύεται σε όλη την Ελλάδα, στις όχθες των ποταμών,… …   Dictionary of Greek

  • σακχαροποιητής — ο, Ν (βιοχ. τεχνολ.) συσκευή που χρησιμοποιείται στην ζυθοποιία και στην οινοπνευματοποιία για τον μετασχηματισμό τού αμύλου τών σπόρων τού κριθαριού ή τού καλαμποκιού σε ζυμώσιμα σάκχαρα. [ΕΤΥΜΟΛ. Νόθο αντιδάνειο σύνθ., πρβλ. γαλλ.… …   Dictionary of Greek

  • Εστρεμαδούρα — (Extremadura). Διοικητική περιφέρεια (41.634 τ. χλμ., 1.058.503 κάτ. το 2001) της δυτικής Ισπανίας, που περιλαμβάνει τις επαρχίες Μπανταχόθ (21.766 τ. χλμ., 654.882 κάτ. το 2001) και Κάθερες (19.868 τ. χλμ., 403.621 κάτ. το 2001), με πρωτεύουσα… …   Dictionary of Greek

  • εχινοχλόη — (Εchinochloa frumentacea). Φυτό της οικογένειας των αγρωστωδών. Ονομάζεται επίσης ιαπωνικό κεχρί. Πρόκειται για διάφορα είδη μονοετών θάμνων, που χαρακτηρίζονται από βλαστούς με άφθονα φύλλα και ύψος περίπου 2 μ. Τα φύλλα τους είναι μακριά,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.